🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εγκιβωτισμένος
εγκιβωτισμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγκιβωτισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ετεροφυλόφιλος
—
συγκυβερνώ
—
γλυκάδα
—
εργοδότρια
—
νυχτικός
—
αναλογία
—
συντυχάννω
—
αλογάκι
—
Κρητικιά
—
κλώνος
—
σμπαραλιάζω
—
γαβάνα
—
εντερικά
—
παλούκι
—
εκτιναγμός
—
συνεχίστρια
—
αλληλοσπαραγμός
—
φτεροπετώ
—
φλυκταινομαι
—
τεμπελιά
—
γιγαντομαχία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω