🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ηλιοτρόπιο
ηλιοτρόπιο
το бот., мин.
гелиотроп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гелиотроп
? —
ηλιοτρόπιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ηλιοτρόπιο
? — гелиотроп
#
(ново)греческий словарь
—
ανάμερος
—
εξαιρετικά
—
εξοιδούμαι
—
ασυσσώρευτος
—
ανθεστήρια
—
βλαπτικά
—
κρύσταλλο
—
ηνία
—
παλιοπαλιάνθρωπος
—
ομοίως
—
ψαροχώρι
—
τρομπάρισμα
—
συγκοινωνιολογια
—
κεραυνόβλητος
—
στρατηγικά
—
εξαγιάζω
—
αλλαντίοσις
—
λεπτοδείκτης
—
φέουδο
—
νεκροφιλία
—
ηλεκτρώσμωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω