🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διηλεκτρικός
διηλεκτρικός
1.
диэлектрический
;
2. (о)
диэлектрик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
диэлектрический
? —
διηλεκτρικός
как на
(ново)греческом
будет слово
диэлектрик
? —
διηλεκτρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
διηλεκτρικός
? — диэлектрический, диэлектрик
#
(ново)греческий словарь
—
γαζέπι
—
γύφταρος
—
μονοθέσιος
—
ελαιοδιαχωριστήρας
—
αλευροπολτός
—
βούρκωμα
—
αμάτωτος
—
πέννα
—
παραδέρνω
—
νερουλός
—
μουγγαίνομαι
—
εύδαιμονώ
—
βρόμι
—
ξελιγώνω
—
ενδοσκόπηση
—
βλογιοκομένος
—
λούμπουνας
—
καταδικασθείς
—
στρουθίον
—
μυσαρός
—
μελισσόχορτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω