🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σάλπιγξ
σάλπιγξ
η анат.
труба
;
ευσταχιανή ~ — евстахиева труба
;
φαλλόπειος ~ — фаллопиева труба
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
труба
? —
σάλπιγξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
σάλπιγξ
? — труба
#
(ново)греческий словарь
—
σύρνω
—
ορμεμφύτως
—
στεναχωρημένος
—
έντομο
—
ματσωμένος
—
πρόοψις
—
αντηλιακός
—
βραχώδης
—
νιφτήρας
—
αντιπροεδρεία
—
κατ' εξοχήν
—
ποίημα
—
προοπτικός
—
ημερομίσθιο
—
γλυκοχαιρετίζω
—
αναδιανεμητικός
—
πολύχρονος
—
ευπρεπής
—
πολεμητέος
—
θερμοκέφαλος
—
ραδιοσκόπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω