🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκατό
εκατό
сто
;
ο παπούς μου ζυγώνει τά ~ — [phrase]моему деду идёт сотый год[/phrase]
;
~ φορές τού τώπα — разг. [phrase]сто раз я ему говорил[/phrase]
;
~ ώρες με έχεις καί περιμένω — разг. [phrase]я тебя жду целую вечность[/phrase]
;
===
ο αριθμός ~, τό (νούμερο) ~ — уборная, туалет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сто
? —
εκατό
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκατό
? — сто
#
(ново)греческий словарь
—
συμπαρασύρω
—
εγγλέζα
—
σφετεριστής
—
ανωφέλητος
—
μπεγέντισμα
—
ξεσφίγγω
—
γενετήσιος
—
αεριοστεγής
—
προωστήρας
—
βρουβοβλάσταρο
—
απομυξίζω
—
μανικοκάππι
—
αμνήστευτος
—
αναφώνηση
—
αιματοστάτης
—
ραμμένος
—
επίρρημα
—
κίτρος
—
φυματιολογία
—
μιλιταριστής
—
φαρμακευτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω