🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Αιολείς
Αιολείς
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
Αιολείς
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κουράδας
—
τζαμπούνα
—
οσμίζομαι
—
σίζων
—
αξίδιαστος
—
ηλιολατρικός
—
γλειφομούνι
—
εγκεχυμένος
—
ισοτέλεια
—
θεριό
—
πολιτιστικώς
—
δημοκόπος
—
λιθανθρακωρύχείο
—
αντρίκιος
—
ανεφοδιασμός
—
νηματουργία
—
ψυχοπνευματικά
—
μεταξοσκωληκοτροφία
—
τράπουλα
—
Κροατία
—
τουρκόγυφτσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω