🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εφημερίς
εφημερίς
(-ίδος) η
газета
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
газета
? —
εφημερίς
как с
(ново)греческого
переводится слово
εφημερίς
? — газета
#
(ново)греческий словарь
—
ευφλεκτότητα
—
κατσαμάκι
—
μελανιάζω
—
αναρχικότητα
—
διδακτική
—
ωχροκύανος
—
ευνόητος
—
μπουγιουρντί
—
μάνιωμα
—
γδύσιμο
—
λιγοθυμώ
—
γαϊτάνωμα
—
ωδικός
—
ηθικοποίηση
—
σαλαμάκι
—
δέλτα
—
γλινό
—
επιστημονικά
—
πανοσιότητα
—
τρουλλωτός
—
αμόνοιαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω