🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανέρπω
ανέρπω
ползти вверх
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ползти вверх
? —
ανέρπω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανέρπω
? — ползти вверх
#
(ново)греческий словарь
—
κοιμήσης
—
μαλακός
—
αργεντίνικος
—
τραγόπαπας
—
δουλικό
—
ψευδοτρόπιδα
—
βρεττανικός
—
μαγγανιούχος
—
μότο
—
ισόρροπος
—
κοχλάδι
—
αυγολόγος
—
αρμεξιά
—
αναπόφευκτος
—
πουρνάρι
—
διψερός
—
χρονικός
—
μπουμπούκιασμα
—
ημιμελία
—
εξορκισμένος
—
μακρύτερα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω