🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανάκουφος
ανάκουφ|ος
неплотно уложенный
(о камнях, дровах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неплотно уложенный
? —
ανάκουφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάκουφος
? — неплотно уложенный
#
(ново)греческий словарь
—
γλακηχτό
—
είρων
—
αλυγισία
—
δεκαπενταέτης
—
λιθουανικός
—
εσάρπα
—
τουλπάνι
—
προσήκει
—
αναρραγίζω
—
παγοβούνι
—
ηλεκτρικό
—
αξήλωτος
—
απαλλακτικός
—
ζαβολιάρης
—
ζυμοειδής
—
αφραγκία
—
εστάθην
—
ακατάληκτος
—
χώνευση
—
οξυανθρακικός
—
μποτζάρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω