🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταλαγματιά
σταλαγματιά
η 1)
капля
;
2)
щель, дыра
(о крыше);
===
έπεσε η ~ του — трагически оборвалась его жизнь
;
~ ~ ώς καί τό μάρμαρο τρυπά — погов. [phrase]и капля камень долбит[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
капля
? —
σταλαγματιά
как на
(ново)греческом
будет слово
щель
? —
σταλαγματιά
как на
(ново)греческом
будет слово
дыра
? —
σταλαγματιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταλαγματιά
? — капля, щель, дыра
#
(ново)греческий словарь
—
διακούω
—
αστέρητος
—
ποντιάζω
—
διαπαιδαγώγηση
—
παπίσιος
—
φτωχόμυαλος
—
απουργός
—
προσόν
—
κυπρίνος
—
Αγαθάγγελος
—
χειλεανάγνωση
—
ευήθης
—
τουμπεκί
—
ομογάλακτος
—
μουσικοσυνθέτης
—
αεροθερμαγωγός
—
χειρότερος
—
μουσικός
—
ανακαθιστός
—
συναντιέμαι
—
υπνωτιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω