🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαρξ
σαρξ
плоть
;
===
~ εκ τής σαρκός μου — [phrase]плоть от плоти моей[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плоть
? —
σαρξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαρξ
? — плоть
#
(ново)греческий словарь
—
αδιήθητος
—
ιστορικός
—
στύω
—
καλαμπουρίζω
—
θέαση
—
ταυτολόγος
—
δορστοφόρος
—
σοβαροποιούμαι
—
χοιροτροφείο
—
διάμειψη
—
αμποριάζω
—
μονδαμίνη
—
ελαφοκέφαλος
—
μάχομαι
—
πικαρίζω
—
σκυλάς
—
καρδιοπονώ
—
προηγουμένη
—
νοστιμεύω
—
ανοσία
—
γερακομύτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω