🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεχνητός
τεχνητός
искусственный
;
~ δορυφόρος τής γής — искусственный спутник Земли
;
~ό μετάξι — искусственный шёлк
;
~ά δόντια — искусственные зубы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
искусственный
? —
τεχνητός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεχνητός
? — искусственный
#
(ново)греческий словарь
—
ενυπόστατος
—
ελαφήσιος
—
ηδονολάτρης
—
μεταμοντερνιστικός
—
γυφταριό
—
ξάζω
—
αντεκδικητικός
—
αυτόχρωμος
—
γυαλικό
—
άφροντις
—
σαρκοβόρος
—
μεταλλειολογία
—
απολυτρωτικός
—
διεκροή
—
πρεζάκιας
—
λιβελλογράφος
—
πριονωτός
—
γιρλάντα
—
ζηλοφτονώ
—
θαλασσόχρους
—
λατινιστί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω