🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναφυλλητό
αναφυλλητό
το
всхлипывание, рыдание
;
κλαίω μέ ~ά — всхлипывать, рыдать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
всхлипывание
? —
αναφυλλητό
как на
(ново)греческом
будет слово
рыдание
? —
αναφυλλητό
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναφυλλητό
? — всхлипывание, рыдание
#
(ново)греческий словарь
—
αμόργη
—
εξπρεσσιονισμός
—
κεραυνός
—
μήκυνση
—
εξυγίανση
—
αμφιβολία
—
δωδεκαετής
—
βόμβυκας
—
λάσπωμα
—
ξεκληρίζω
—
τεκμηριωμένος
—
γλυκοπυρώνομαι
—
μεσοβορρας
—
αναβλαστάνω
—
ασυνάφεια
—
κυκλικός
—
πλακόστρωμα
—
εκγράφω
—
κατουρολάγηνο
—
σγουρομάλλης
—
γνέψιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω