🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τουφέκι
τουφέκι
το
винтовка; ружье
;
παίρνω τό ~ — браться за оружие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
винтовка
? —
τουφέκι
как на
(ново)греческом
будет слово
ружье
? —
τουφέκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τουφέκι
? — винтовка, ружье
#
(ново)греческий словарь
—
μαρινάρω
—
αποζυμώνω
—
ζεύξιμο
—
αμφικτυονία
—
συνοικία
—
αδικολαλιά
—
μουγκρίζω
—
συναδελφότητα
—
αμορφωσιά
—
προξενητής
—
κουζινιέρα
—
φυσιολάτρις
—
δραχμικός
—
διαβιώ
—
ενωμοτία
—
παρεκτός
—
ετοιμόγεννη
—
αλιβάνιστος
—
παρτιζάνικος
—
μαγνητόμετρο
—
αντιχαιρετισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω