🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μακροχειρία
μακροχειρία
η
длиннорукость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
длиннорукость
? —
μακροχειρία
как с
(ново)греческого
переводится слово
μακροχειρία
? — длиннорукость
#
(ново)греческий словарь
—
βδομάδα
—
Αργεντινή
—
αυθυποβολή
—
συγκέρασμα
—
αναλικνίζω
—
ξεσκούφωμα
—
απαρομείωτος
—
συνταξιδεύω
—
δεητικός
—
ξενοδοχιακός
—
παράγομαι
—
πρωτοκολλήτρια
—
κομιτάτο
—
ανακοχλιώνω
—
τυφεκισμός
—
ξαγρύπνημα
—
επικουρία
—
υπομοχλεύω
—
ακίνδυνο
—
ουρανός
—
πουταναριό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω