🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαλαμβάνω
διαλαμβάνω
(αόρ. διέλαβον, παθ. αόρ. διελήφθην)
содержать, заключать в себе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержать
? —
διαλαμβάνω
как на
(ново)греческом
будет слово
заключать в себе
? —
διαλαμβάνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαλαμβάνω
? — содержать, заключать в себе
#
(ново)греческий словарь
—
αφούντωτος
—
ορφάνεμα
—
πισσόστρωση
—
σκεπή
—
σημαιάκι
—
ζυγόλουρο
—
προσλαμβάνομαι
—
μπομπή
—
λάσκα
—
συμπαρομαρτούντα
—
αντηλιά
—
απόκρυφα
—
παραπλώνω
—
ανειλικρινώς
—
προεδρείο
—
αλευροποιείον
—
χλοοτάπητας
—
εκφέρω
—
λευχειμονώ
—
ψυκτήρ
—
αρχιμηχανικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω