🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλειδωμένος
κλειδωμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλειδωμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
βυρσοδεψικός
—
ακαταποσία
—
βαρυγγώμια
—
παλαιογενής
—
ψυχολογώ
—
κινδυνολογία
—
ψιλογραφία
—
ξερνώ
—
νεκροτομείο
—
διαβοώ
—
φρουρά
—
μόρον
—
αποκαθάρισμα
—
ήτα
—
ξοδεύτρα
—
διχαστικός
—
μονομερίτικος
—
άσπιτος
—
βρωματοχημεία
—
παραγίνομαι
—
υφαλμυρότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω