🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προβατίλα
προβατίλα
η
овечий запах, вонь
(от овец)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
овечий запах
? —
προβατίλα
как на
(ново)греческом
будет слово
вонь
? —
προβατίλα
как с
(ново)греческого
переводится слово
προβατίλα
? — овечий запах, вонь
#
(ново)греческий словарь
—
πύκνωση
—
μουρνταρεύω
—
μερεμέτισμα
—
ασπόνδυλος
—
επεξηγηματικός
—
αμυκτήριστος
—
σκορπίζω
—
κλιματολογία
—
γύμνασμα
—
κρίνομαι
—
ανίδρωτος
—
σελαμλίκι
—
δυσαπόδειχτος
—
δωροληπτώ
—
επίμεπτος
—
στρέξιμο
—
ασυγύριστος
—
πόμολο
—
ευγενέστερος
—
σπόγγος
—
εξαρχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω