🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διανάπαυσις
διανάπαυσις
(-εως) η уст.
отдых, перерыв в работе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отдых
? —
διανάπαυσις
как на
(ново)греческом
будет слово
перерыв в работе
? —
διανάπαυσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
διανάπαυσις
? — отдых, перерыв в работе
#
(ново)греческий словарь
—
βιοχημεία
—
δεντρούλι
—
απολαμπίδα
—
στέρεος
—
ελευθεριακός
—
αλάνικος
—
ιεροκρύφιος
—
προπαρασκευαστής
—
επίσαξη
—
αβέρτα
—
καλοαναθρεμμένος
—
αγροκαλλιέργεια
—
απιθανότητα
—
επισιτισμός
—
διαθρύπτομαι
—
ρολλίνα
—
νεραντζιά
—
κοπίδι
—
καρμπυρατέρ
—
εκκαφεϊνισμός
—
παραδουνάβιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω