🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τυχοδιωκτικός
τυχοδιωκτικός
авантюристический
;
~ή επιχείρηση — афера
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
авантюристический
? —
τυχοδιωκτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τυχοδιωκτικός
? — авантюристический
#
(ново)греческий словарь
—
καμαρώνω
—
γρανιτιά
—
αδιάκοπος
—
γκλάβας
—
περιφρόνηση
—
πλήμμυρα
—
πατρογονικά
—
βιβλιάριο
—
αμφιπρόστυλος
—
καταχείμωνο
—
μοιροκρατία
—
προπονητής
—
λενινισμός
—
φορτώνομαι
—
ογδοηκοντοετής
—
λωποδύτης
—
τετραετία
—
γάσα
—
Κρεμλίνο
—
φτερολογιέμαι
—
μοιράζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω