🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμυνόμενος
αμυνόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμυνόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ενσταυλισμός
—
εξάτομος
—
έγνοια
—
οπλοδόκη
—
μαγκουρώνω
—
αποτρεπτικό
—
ιταλιάνικος
—
Τσιγγάνος
—
γεροντομπασμένος
—
χρυσόκονις
—
ξέχασμα
—
λιγοψυχιά
—
Χιλιανή
—
μυριόπλουτος
—
ροκάνα
—
απολησμονημένος
—
αγουρογερασμένος
—
γοργοπόδης
—
βούρκος
—
λάρα
—
καλοξέρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω