🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονογένεσις
μονογένεσις
η биол.
моногенизм
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
моногенизм
? —
μονογένεσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονογένεσις
? — моногенизм
#
(ново)греческий словарь
—
μοιρόγραφτος
—
χουμώ
—
καθετί
—
σταυραδέρφι
—
σκουληκιάρικος
—
αγοραπωλησία
—
ανομβρία
—
αλληλεπαγωγή
—
γυναικιστικα
—
κηπουρικά
—
ζητω
—
σίβυλλα
—
μπαγλαμάς
—
μπαντανάς
—
απροφύλακτος
—
πανελλήνιες
—
καφεζυθεστιατόριο
—
γαιανθρακέμπορος
—
αραίωση
—
οφθαλμόλουτρο
—
δίεδρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω