🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μικρούτσικος
μικρούτσικ|ος
малюсенький, крошечный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
малюсенький
? —
μικρούτσικος
как на
(ново)греческом
будет слово
крошечный
? —
μικρούτσικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μικρούτσικος
? — малюсенький, крошечный
#
(ново)греческий словарь
—
απροίκιστη
—
υπερχρεώνω
—
στείψιμο
—
τριγωνικός
—
όμβριος
—
μόνιμος
—
αναψη
—
φωτοάλμπουμ
—
διγνωμία
—
κόμμωση
—
ζώνομαι
—
παραγεμιστός
—
εποχετεύω
—
μεγαλόδωρος
—
αυτοαναίρεσις
—
διαβιβάζω
—
γκίνια
—
αφύσικος
—
ζουλίζω
—
ενηλικιούμαι
—
δυσπαρατήρητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω