🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετροκοπιό
πετροκοπιό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετροκοπιό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αετόπουλο
—
βοτυλίασμός
—
Λιμενικό
—
εργασιακός
—
αρραβωνιαστικός
—
ηλεκτροκαρδιογράφημα
—
παράφρων
—
εννεάκρουνος
—
σιγουρεύομαι
—
γναθιαίος
—
προλειαίνω
—
ορυκτογραφία
—
ακροαματικότητα
—
κιτρινιάρης
—
τετρακοσαριά
—
μούναρος
—
καρκίνωμα
—
δροσοβόλος
—
διασκέδαση
—
τόσος
—
τηλεκοντρόλ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω