🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαστόδοντας
μαστόδοντας
ο зоол.
мастодонт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мастодонт
? —
μαστόδοντας
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαστόδοντας
? — мастодонт
#
(ново)греческий словарь
—
αργοφλογιστία
—
θαλασσοπνίχτης
—
ανεργία
—
θηρεύτρια
—
ρεκορντγούμαν
—
διπλοπόδι
—
βραδύπλους
—
αργυροκάγκελλο
—
λίχνισμα
—
χεριάζω
—
γερακιανός
—
γαλέρα
—
βουτυρίνη
—
απροφύλαχτος
—
ξεσυνέριση
—
αγουροξύπνημα
—
απεράτης
—
ρέγγος
—
κλονίζομαι
—
νομοτελής
—
ξάγναντα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω