🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γεωπονικός
γεωπονικός
агрономический, агротехнический
;
ανωτάτη (μέση) ~ή σχολή — сельскохозяйственный институт (техникум)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
агрономический
? —
γεωπονικός
как на
(ново)греческом
будет слово
агротехнический
? —
γεωπονικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
γεωπονικός
? — агрономический, агротехнический
#
(ново)греческий словарь
—
συμφιλιώνω
—
ακανόνιστον
—
πλησίος
—
νηματουργείο
—
ειπείν
—
ολοτελώς
—
ξελέκιασμα
—
καμπυλοειδής
—
υπεραπόδοση
—
εκγλυφή
—
μακροκλιματολογία
—
πρέσβειρα
—
ένδακρυς
—
ωτοπλασία
—
χατιράκι
—
αστερίσκος
—
διαφερόντως
—
ξεκαπάκωμα
—
κεφαλοδεμένος
—
κακοπερνώ
—
συνονθυλεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω