🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απλοποίηση
απλοποίηση
η 1)
упрощение
;
2) мат. :???
~ κλάσματος — сокращение дробей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
упрощение
? —
απλοποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
απλοποίηση
? — упрощение
#
(ново)греческий словарь
—
μεταβολικός
—
ολιγόσιτος
—
οργώνω
—
ουτοπισμός
—
άμπακος
—
μαργέλλι
—
πατρωνάρω
—
ζυθεστιατόριο
—
εξάγωνος
—
αμπολή
—
παλιανθρωπιά
—
κουμπάνια
—
κορόμπλο
—
οινολάσπη
—
ανέργαστος
—
ξεφυσώ
—
απηδαλιούχητος
—
κοσμία
—
κρουστάλλι
—
αμυδρώς
—
ημερομίσθιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω