🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εργοτάξιο
εργοτάξιο
строительная площадка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εργοτάξιο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
βασκάνιον
—
αιθαλομίχλη
—
λιναρόλαδο
—
γιατροπόρεμα
—
αγροίκιστος
—
πανδημικός
—
σκύλίστικος
—
λυπομανής
—
αγριλίδα
—
κιμωλία
—
εγγράφως
—
ιερατικός
—
αναπληρωτής
—
γλίνα
—
στριφτάρι
—
πειράζω
—
ραδιοσύνθεση
—
νουρά
—
καυσαέριο
—
ακλάρωτος
—
λαμπαδηφορία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω