🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ορμητήριο
ορμητήριο
το прям., перен.
плацдарм
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плацдарм
? —
ορμητήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορμητήριο
? — плацдарм
#
(ново)греческий словарь
—
υδροστρόβιλος
—
υποσταλτικός
—
εξάεδρον
—
συνέχω
—
υδατομέτρηση
—
ηδονιστικός
—
κρεπάρω
—
ανετρομαλίζομαι
—
δασμολόγιο
—
πρόχειρα
—
πελέκημα
—
λαϊκοδημοκρατικός
—
συχωριανός
—
αιματέμετος
—
ζιγγίβερι
—
συγκρατιέμαι
—
ελαφρόποινος
—
απάλα
—
απόζυμο
—
γλωσσεύω
—
αγοριτσίστικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω