🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασπιδοφόρος
ασπιδοφόρ|ος
вооружённый щитом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вооружённый щитом
? —
ασπιδοφόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασπιδοφόρος
? — вооружённый щитом
#
(ново)греческий словарь
—
ευχαριστία
—
παμμέγιστος
—
δρόλαπας
—
φρεσκομπογιατισμένος
—
αντιπαραθέτω
—
επιτροπάτο
—
αριστεροχειρία
—
παιδεραστία
—
ύπνος
—
Αιγύπτια
—
αυτοεγκωμιάζομαι
—
χοιροτρόφος
—
διάτονος
—
επιθυμία
—
μόχλευση
—
γαλήνιος
—
αεροπόρος
—
κανταδόρικος
—
γλάνος
—
σφιγγίον
—
προέλαση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω