🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θερμιδόμετρο
θερμιδόμετρο
το
калориметр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
калориметр
? —
θερμιδόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
θερμιδόμετρο
? — калориметр
#
(ново)греческий словарь
—
μονολιθικός
—
ομόζυγος
—
βολά
—
δίγαμος
—
αναβάσιμος
—
αμέτρητος
—
αγήτευτος
—
επανεκδίδω
—
γραβάτα
—
εισρέω
—
γλυκόθωρος
—
ζαχαροφάγος
—
ονυχοπτωσία
—
απαλόχνουδος
—
αναπλημμυρίζω
—
συγκεκριμένος
—
γιουχάϊσμα
—
στοματοπάθεια
—
ασυλλογιτία
—
βρεσιμιό
—
θραυστήρας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω