🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απολιθωμένος
απολιθωμέν|ος
прям., перен.
окаменелый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
окаменелый
? —
απολιθωμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απολιθωμένος
? — окаменелый
#
(ново)греческий словарь
—
ραντεβού
—
απρόσιτος
—
τηλεγράφημα
—
ραββί
—
παχυλός
—
ουζάδικο
—
τετράγλωσσος
—
επαναφορεύς
—
σφουγγαρόπαννο
—
μαντρίζω
—
μιαούρισμα
—
ψυχασθένεια
—
μορφογενετικός
—
διεξέρχομαι
—
Γέννα
—
εμπαικτικά
—
μέταλλο
—
αμοίραγος
—
λογύδριον
—
συναλλάσσομαι
—
νερώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω