🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απομωραίνομαι
απομωραίνομαι
глупеть, тупеть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
глупеть
? —
απομωραίνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
тупеть
? —
απομωραίνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
απομωραίνομαι
? — глупеть, тупеть
#
(ново)греческий словарь
—
αμαύριστος
—
σταφιδέμπορος
—
πλεκτός
—
φθίνω
—
νοσογόνος
—
μπάσσο
—
βρολβός
—
θυρόφυλλο
—
ταξίμετρο
—
μόρφημα
—
οινοπωλείον
—
αναποφάσιστος
—
υστερινός
—
χρεοφειλέτης
—
αρχιγένεση
—
εξαρτημένος
—
Εικοσιένα
—
εμύς
—
κακοπέφτω
—
χιλιογαμημένος
—
αποστερεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω