🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καγκελλάριος
καγκελλάρι|ος
ο
канцлер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
канцлер
? —
καγκελλάριος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καγκελλάριος
? — канцлер
#
(ново)греческий словарь
—
ακέντητος
—
πρωτόζωα
—
βρομόξυλο
—
ηλεκτρομετολλουργία
—
μισόξενος
—
μάντρωμα
—
χουχούλιασμα
—
γάνωμα
—
αποχρωματίζομαι
—
εύτοκος
—
συναλλάζω
—
απιθανότητα
—
ανασυνδέω
—
αυτόκλειστο
—
ανεξάντλητα
—
εύχρους
—
καύσιμο
—
συνυπηρετώ
—
ιατρεύω
—
καταφαίνομαι
—
δέ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω