🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φραγκόκοττα
φραγκόκοττα
η
цесарка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
цесарка
? —
φραγκόκοττα
как с
(ново)греческого
переводится слово
φραγκόκοττα
? — цесарка
#
(ново)греческий словарь
—
μονοφωνικός
—
αρχοντοχωριύτικος
—
ειδικεύω
—
περίφημος
—
γουνίτσα
—
διδάκτορας
—
ανεμόστροφον
—
στόχασμα
—
τερτίπι
—
οργώ
—
χαϊδολογάω
—
αντρειότη
—
καιρος
—
επιμελημένος
—
ηλεκτροποιώ
—
όραση
—
αμπέλινος
—
σκεβρώνω
—
προπλάθω
—
χτενίστρα
—
συμπιεσμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω