🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παρενθέτω
παρενθέτω
(αόρ. παρενέθεσα, παθ. αόρ. παρενέθηκα и παρενέθην)
тавить, вставлять
;
~ εμπόδια (или προσκόμματα) — ставить преграды, чинить препятствия
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тавить
? —
παρενθέτω
как на
(ново)греческом
будет слово
вставлять
? —
παρενθέτω
как с
(ново)греческого
переводится слово
παρενθέτω
? — тавить, вставлять
#
(ново)греческий словарь
—
παραπόρτι
—
μάγκα
—
γαλατιέρα
—
απλάνητος
—
εθνικιστικός
—
ηχογράφηση
—
μητρίτιδα
—
παλινδρομικώς
—
διεισδύω
—
εναντιώνομαι
—
συγγραφέας
—
ντιζέρ
—
πεζολογία
—
κατάκορος
—
παρέα
—
νοικοκυροσύνη
—
καλοναρχώ
—
αδιαθεσία
—
ψειρόχορτο
—
γομολάστιχα
—
επαναθεώρηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω