🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγοθούλης
αγοθούλης
1.
глупенький
;
2. (о)
глупыш
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
глупенький
? —
αγοθούλης
как на
(ново)греческом
будет слово
глупыш
? —
αγοθούλης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγοθούλης
? — глупенький, глупыш
#
(ново)греческий словарь
—
αλατοπίπερο
—
δέντρο
—
ήττα
—
αποδιωγμός
—
συμμοριακός
—
άσφακτος
—
στερεογραφικός
—
σαφράκιασμα
—
φοιτητάκος
—
παιδεύω
—
τοπιογραφία
—
ερημόσπιτο
—
αδιχοτόμητος
—
κουτορνίθι
—
κονταριά
—
ασημογόμαρο
—
νομαρχείο
—
νεκροπομπός
—
αποξυλιάζω
—
κατεργάζομαι
—
επίπλασις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω