🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξεκοιλιάζομαι
ξεκοιλιάζομαι
наедаться до отвала
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наедаться до отвала
? —
ξεκοιλιάζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεκοιλιάζομαι
? — наедаться до отвала
#
(ново)греческий словарь
—
τσιπουρόχωμα
—
επιχρυσωμένος
—
άτομος
—
συναποκομίζω
—
τεμπέλικος
—
ενωρίτερα
—
θαλασσόχρους
—
Πλούτωνας
—
θεσπισμένος
—
ανασχηματίζω
—
απαγωγέας
—
πλάνεμα
—
φίλημα
—
δουλίτσα
—
στρατουλίζω
—
αψόφιστος
—
κομπαστικός
—
αθέμιτος
—
απόηχο
—
λεμφοκυττάρωση
—
εχίνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω