🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζερκός
ζερκός
бесплодный, голый
(о земле, местности)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бесплодный
? —
ζερκός
как на
(ново)греческом
будет слово
голый
? —
ζερκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζερκός
? — бесплодный, голый
#
(ново)греческий словарь
—
κακοπαθώ
—
γωνιόμετρο
—
βασταγάριά
—
χεροπιαστός
—
θλώ
—
ραγάδα
—
πλέκω
—
σκευοφόρος
—
μειονοτικός
—
γοργογόνατος
—
δραματουργός
—
τηράω
—
κρυσταλλολυχνία
—
ανάρρηξη
—
ειδωλολατρικός
—
κάδος
—
χαρτοβασίλειο
—
αντιζυγισμένος
—
αφλόγιστος
—
αβιομηχανοποίητος
—
εξυπνότερος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω