🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γρύφος
γρύφ|ος
(γεν. γρυπός) ο миф.
грифон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грифон
? —
γρύφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γρύφος
? — грифон
#
(ново)греческий словарь
—
φαλιρημένος
—
χωρατατζής
—
μαντευτός
—
πορθμός
—
διακληρώνω
—
αειθαλής
—
λοξοκοιτάζω
—
κακοσμία
—
αυτογνώμων
—
απολλακτέος
—
βάσκαμα
—
στραβοδίβολος
—
πικραίνω
—
πεπτίνη
—
ανάγκη
—
πατριώτισσα
—
νοσφιστής
—
ειδοποιημένος
—
επιξέω
—
αντικλίνω
—
μούργος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω