🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαζώστρα
διαζώστρα
η 1)
набедренная повязка
;
2)
пояс
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
набедренная повязка
? —
διαζώστρα
как на
(ново)греческом
будет слово
пояс
? —
διαζώστρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαζώστρα
? — набедренная повязка, пояс
#
(ново)греческий словарь
—
κατιμάς
—
βραδυνός
—
αρχαϊστικός
—
στρατοκρατικός
—
ανθρωποκεντρικός
—
συγχωρεμένος
—
μελάνωμα
—
κράνεια
—
εξυφαίνω
—
βατίς
—
αιμόπτυση
—
νεόπαντρος
—
βοσκάρια
—
κινδυνολογία
—
ατυράννιστος
—
ιστορικός
—
φρονιμίτης
—
απολιχνίδι
—
μοριόγραμμον
—
μακάσι
—
αλεκτρυών
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω