🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ομοιοτέλευτος
ομοιοτέλευτος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ομοιοτέλευτος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
διπλασιασμένος
—
μεταξού
—
κονσουμασιονίστα
—
αυτομολώ
—
σπίλος
—
εμού
—
έμμορφος
—
κυνηγάρα
—
αναμένω
—
συγνώμη
—
φυσιολάτρης
—
αλλοιθώρισμα
—
ρωσομάθεια
—
αποθαρρύνομαι
—
ανιαρός
—
μελισσοκομείο
—
μεσοσαράκοστα
—
μαντιλάκι
—
απόπληκτος
—
φιλοστοργία
—
αναγάπιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω