🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ουζοπωλείο
ουζοπωλείο
το
пивная(__,__) где пьют «узо»
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пивная, где пьют «узо»
? —
ουζοπωλείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ουζοπωλείο
? — пивная, где пьют «узо»
#
(ново)греческий словарь
—
Λωτοφάγοι
—
αναξιοπαθής
—
δρομερός
—
εγκλείω
—
αργοροκόλλητος
—
σκεπός
—
φυγομαχώ
—
γκορτσιά
—
αγίαση
—
κλατάρω
—
αναρρηγνύομαι
—
ζαφτιές
—
αργοκίνητος
—
μάγειρος
—
ηλιοτυπία
—
θρηνώδης
—
αλτρουίστρια
—
αστεροσκοπείο
—
εναιώρημα
—
αμοίραγος
—
πανηγυριώτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω