🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θωρακικός
θωρακικός
анат.
грудной
;
~οί μύες — грудные мышцы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грудной
? —
θωρακικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
θωρακικός
? — грудной
#
(ново)греческий словарь
—
σκαφτικά
—
ψειρού
—
φεγγάρι
—
γλαυκομμάτα
—
προνύμφη
—
κανακεύω
—
σειριά
—
ήλασα
—
μεταλλικότητα
—
σπίζα
—
εργιον
—
κακοφημία
—
ζούζουλο
—
σύνοφρυς
—
κεφαλαιούχος
—
πεζογράφος
—
βαθυσκάφος
—
ταβανόσκουπα
—
αιματοκρίτης
—
εμφορούμαι
—
δολιχοκρανία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω