🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταθμευμένος
σταθμευμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταθμευμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αρσάκειον
—
γατσιάζω
—
τεσσαρακονταετής
—
χειροσκοπία
—
κατηγορούμενο
—
καυτήρι
—
αντιθεατρικός
—
επισταθμεία
—
κτίστης
—
αλληλεπιδρώ
—
ψηλοτάβανος
—
ξεψύχισμα
—
ανεβάζω
—
μαυραδάκι
—
χαύνωση
—
γλυκαναβρύζω
—
αναμηρυκώμαι
—
μισειαστής
—
αλυσόκλειστος
—
αποδεκατίζω
—
υφαντής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω