🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνδετικό
συνδετικό
το грам. 1)
глагол-связка
;
2)
синдетикон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
глагол-связка
? —
συνδετικό
как на
(ново)греческом
будет слово
синдетикон
? —
συνδετικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνδετικό
? — глагол-связка, синдетикон
#
(ново)греческий словарь
—
κατασβήνω
—
τυπολάτρισσα
—
παρελκυστικός
—
κομπογιαννίτης
—
βαρυβάρβιτος
—
μικροβισμός
—
προεξόφληση
—
ελασματοποίηση
—
ερυθροκύτωσις
—
μαλακτικός
—
πιπί
—
αδάπανος
—
καταπτύω
—
ανέμποδος
—
άγογγυση
—
πρωϊνό
—
μακιγιάρω
—
νευρών
—
αρτοδοτώ
—
σαρακοστιανός
—
αερομεταφορέας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω