🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ορνιθοτρόφος
ορνιθοτρόφ|ος
ο, η
птичник, птичница
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
птичник
? —
ορνιθοτρόφος
как на
(ново)греческом
будет слово
птичница
? —
ορνιθοτρόφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορνιθοτρόφος
? — птичник, птичница
#
(ново)греческий словарь
—
πείνα
—
χαρτογραφώ
—
ιατροσονέδριο
—
κορυφάς
—
σπιρτόζος
—
πυρόλιθος
—
ξιφοποιός
—
καλωδιάκι
—
αορτέας
—
σκουλαμέντο
—
έντονα
—
νομισματική
—
αγεροκρέμαστος
—
μολυβήθρα
—
χωρομετρησία
—
μαξιλαροθήκη
—
συμμετρικός
—
αχτένιστος
—
διάπριστος
—
εξιλεούμαι
—
χειρονόμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω