🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεσάρα
μεσάρα
η
женщина средних лет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
женщина средних лет
? —
μεσάρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεσάρα
? — женщина средних лет
#
(ново)греческий словарь
—
παραθαρρεύω
—
ματόπονος
—
λευκοπυρωση
—
εμψυχώτρια
—
ίππειος
—
τεμάχισμα
—
παραβαράω
—
ψηστιέρα
—
ανεπιβλεψία
—
δροσάερο
—
λιγότερος
—
άμικτος
—
μυθοποιούμαι
—
μπάσκετ-μπώλ
—
επερχόμενος
—
στρατεύσιμος
—
μετάφραση
—
ξυνολάπατο
—
νέγρος
—
γεροντοπαλίκαρο
—
ξενοκρατούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω