🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δωρητήριο
δωρητήριο
το
дарственный документ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дарственный документ
? —
δωρητήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δωρητήριο
? — дарственный документ
#
(ново)греческий словарь
—
διαφορετικά
—
βασιλόπιττα
—
αδιάκοπος
—
αδειούχος
—
ημπορώ
—
κατόπιν
—
κληροδότρια
—
αχερόσκοινο
—
αβερταρία
—
ανασυγκροτικός
—
αμονογράφητος
—
μιντέρι
—
ξυλουργικός
—
αντιφλεγμονώδης
—
ντουβαροκέφαλος
—
παντέρημος
—
γαλατομπούρεκο
—
μελιτοφόρος
—
μεγαλοκαμωμένος
—
αναθυμίζω
—
εκατοντάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω