🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ευκαρυωτικό
ευκαρυωτικό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευκαρυωτικό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λαρυγγοτραχείτις
—
φαρμακοσυλλέκτης
—
βελόνιασμα
—
κεντριστής
—
κατηγόρια
—
ξεκουτιάρα
—
σύμπηκτος
—
πανημερία
—
Βούλγαρος
—
πατριώτης
—
αναθεματούρι
—
κακοξοδεύω
—
σιδεροκέφαλος
—
ελαιοπυρήνας
—
επιφράττω
—
ιεραρχία
—
μουνότριχα
—
υστεροχρονολογία
—
εκραζίτις
—
ξεσκόλισμα
—
οντογένεση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω